newsletter
 
 
 
 
 














print

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό FM102 της ΕΡΤ3 και τους δημοσιογράφους Δημήτρη Καραμαούνα και Κώστα Γουλή

 
 
“Επιφυλακτικότητα μέχρι την οριστική επίλυση - Συγκρατημένη αισιοδοξία για επίτευξη λύσης που θέτει τέρμα στις αλχημείες του αλυτρωτισμού. 

Απαραίτητες προϋποθέσεις η έντιμη κι ειλικρινής στάση που εδραιώνει σχέσεις καλής γειτονίας των λαών, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και της ιστορικής αλήθειας.

Η κυβέρνηση έχει την εντολή και μπορεί να διαχειριστεί το ζήτημα – Για την επικύρωση της Συμφωνίας που φιλοδοξεί να επιλύσει την εκκρεμότητα με τα Σκόπια απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή.”

Συνέντευξη του βουλευτή Α' Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ Μάρκου Μπόλαρη στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ3 – FM102, στην ενημερωτική εκπομπή των δημοσιογράφων Δημήτρη Καραμαούνα και Κώστα Γουλή, για τις εξελίξεις των διαπραγματεύσεων με τα Σκόπια:


Σήμερα το βλέμμα όλων είναι στραμμένο, κύριε Μπόλαρη, σε μια συμφωνία που φαίνεται να πλησιάζει περισσότερο, σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, όσον αφορά το θέμα της ονομασίας του γειτονικού μας κράτους. Γενικότερα η συμφωνία. Θα θέλαμε ένα σχόλιο επ’ αυτού.

Κλείνουμε τριάντα χρόνια που γίνεται αυτή η συζήτηση. Υπογραμμίζω τη χθεσινοβραδινή αντίδραση από πλευράς του Μαξίμου, το οποίο είπε ότι τα Σκόπια «δεν πηδήξανε ακόμα το χαντάκι», που σημαίνει πως υπάρχει επιφυλακτικότητα σοβαρή από πλευράς του Μαξίμου. Κι αυτή η επιφυλακτικότητα εδράζεται στην αμφιθυμία, προφανώς, που διαπιστώνει από την άλλη πλευρά. Ευχόμαστε όλοι να λυθεί το ζήτημα. Δεν αρκεί όμως  απλά να πούμε ότι φτάσαμε σε λύση, αλλά να επιτύχουμε οριστική λύση. Και φτάνουμε σε λύση σημαίνει ότι λύνουμε τα ζητήματα τα οποία ακυρώνουν αλυτρωτισμούς, οδηγούν στην ειλικρινή στάση και σχέση μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είχαν την ευκαιρία ο Υπουργός Εξωτερικών και η ομάδα η οποία διαπραγματεύτηκε να το χειριστούν, εμείς ακόμα δεν ξέρουμε τι έχει λεχθεί, σε τι φάση είμαστε ακριβώς. Υπάρχει μία συγκρατημένη αισιοδοξία, ευχόμαστε να υπάρξει λύση, η οποία θα ξεκαθαρίζει οριστικά και με εντιμότητα τα ζητήματα. Χρειαζόμαστε την ειλικρίνεια, την ειλικρινή στάση των βορείων γειτόνων μας. Χρειαζόμαστε τη στάση που ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ένα σλαβικό λαό, ο οποίος υπερβαίνει τους ανιστόρητους αλυτρωτισμούς, που εδράζονται σε αλχημείες της ιστορίας, κι αναφορές σε Μέγα Αλέξανδρο, Αριστοτέλη και Φίλιππο. Τη χρειαζόμαστε αυτή τη στάση, είμαστε στα 2018, στον 21ο αιώνα, είναι ένας λαός ο οποίος έχει τη δική του διαδρομή, τις δικές του περιπέτειες. Μας ενδιαφέρει όλους, κι εμάς σαν Έλληνες, κι όλους τους Ευρωπαίους, κι όλους όσους είναι στο ΝΑΤΟ, και τη Διεθνή Κοινότητα.  Όταν κανείς βγαίνει στο παγκόσμιο μεϊντάνι, στην παγκόσμια κοινή γνώμη, είναι κρίσιμο να ‘ναι ειλικρινής με τον εαυτό του.

Λέτε ότι χρειαζόμαστε έναν βόρειο γείτονα, να έχουμε καλές σχέσεις,  που να αναγνωρίζει ότι είναι, ή τουλάχιστον όπως θέλουμε εμείς να λέει ότι είναι, σλαβικός λαός. Ωστόσο από την άλλη πλευρά ξέρουμε ότι ένα από τα μεγάλα ζητήματα τα οποία, τουλάχιστον αυτό το διάστημα, ήταν στο επίκεντρο της διαπραγμάτευσης, είναι η επιθυμία τους να λένε ότι είναι  ένα έθνος, με μια γλώσσα, και δε μιλάνε για σλαβική γλώσσα, ούτε για σλαβικό έθνος, μιλάνε για μακεδονικό. Αυτά τα ζητήματα κανένας φυσικά δεν ξέρει πώς έχουν συζητηθεί και που βρίσκονται, σε τι σημείο διαπραγμάτευσης. Πάνω σε αυτό τι θα λέγαμε; Υπάρχουν και οι ενστάσεις από τον κυβερνητικό εταίρο σας, ο οποίος λέει ότι δε θέλει να ακούει τίποτα για μακεδονικό.

Εγώ λοιπόν κρατώ αυτό που είπε το Μέγαρο Μαξίμου, ότι δεν έχουνε πηδήξει ακόμα το χαντάκι, για να κινηθούν στην πλευρά της πλήρους συνεννόησης, της ειλικρίνειας, και θα περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί. Εκείνο το οποίο βάζουμε στη συζήτηση εμείς είναι οι προϋποθέσεις. Και οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Ελλάδα είναι προϋποθέσεις διεθνούς δικαίου, ιστορικής ακρίβειας, ειλικρινούς σχέσης μεταξύ των λαών.

Πάντως, κάτι που μπορεί να διαβάζει κανείς αυτές τις μέρες είναι ότι αυτό το θέμα μπορεί να αποτελέσει ίσως και το «ατύχημα» που λέγαμε κάποια στιγμή και να οδηγήσει στην πτώση της κυβέρνησης.

Αυτή η κυβέρνηση, από τον δεύτερο μήνα που ανέλαβε, αντιμετώπιζε αυτά τα σενάρια. Και αιτήματα και σενάρια. Σήμερα πέφτει, αύριο θα πέσει, την  άλλη έπεσε… Έτσι θα συνεχίσουμε απ’ ό,τι φαίνεται. Εγώ θέλω πραγματικά να σας πω ότι, αυτή τη στιγμή, κανένας στον ελληνικό λαό, ο οποίος εξαρτά συμφέροντα  δημόσια, εθνικά, κρατικά, κοινού συμφέροντος, δεν θέλει εκλογές. Ο κόσμος έξω καταλαβαίνει ότι η κυβέρνηση έχει κάνει μία σκληρή πορεία, είναι σε μια φάση δύσκολου τελικού διαλόγου για την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων που έχουν σχέση με τα μνημόνια, και θέλει να δοθεί στην κυβέρνηση  η ευκαιρία να χαράξει το δρόμο της πορείας της χώρας μετά τα μνημόνια. Αυτό δεν προϋποθέτει άμεσα εκλογές.

Κύριε Μπόλαρη, αυτό είναι ένα θέμα, σύμφωνα και με τους πολίτες αυτούς που ακούτε, το οποίο θα έπρεπε να τεθεί σε δημοψήφισμα, στις κάλπες, κάπως να εκφραστεί  η γνώμη των πολιτών; Μιλάω για το θέμα της ονομασίας του γειτονικού κράτους και της συμφωνίας γενικότερα με το γειτονικό κράτος. Εφ’ όσον επιτευχθεί η συμφωνία, είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να τεθεί υπόψιν των πολιτών;

Στην Ελλάδα όταν συζητούμε για δημοψηφίσματα είμαστε πάντοτε πολύ κουμπωμένοι, γιατί δημοψηφίσματα μεταπολιτευτικά έχουνε γίνει ένα-δύο. Όχι, δεν πιστεύω ότι αυτό το θέμα είμαστε σε φάση αυτή η στιγμή να πάει σε δημοψήφισμα. Έχει η κυβέρνηση την εντολή για να το διαχειριστεί. Και αυτό που σας καταθέτω είναι άσχετο με το ότι η ελληνική κοινωνία, ανεβαίνοντας την κλίμακα του δημοκρατικού της επιπέδου, θα πρέπει να μάθει να συζητά για δημοψηφίσματα πολύ πιο συχνά. Και για πολύ πιο μικρής σημασίας ζητήματα από ό,τι αυτό.

Και χωρίς να οδηγούν σε διχασμούς αυτά…

Το ακούτε ότι στην Ελβετία, αυτό το θέμα το διαχειρίζονται κι έχουν κάθε δυο χρόνια ένα δημοψήφισμα. Είναι κατάκτηση επιπέδου δημοκρατίας. Όταν κανείς αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει στο λαό και να πάρει τη γνώμη του, έχει αλλάξει επίπεδο δημοκρατικό. Γι’ αυτό σας έλεγα και για τους δήμους, ότι χρειαζόμαστε ένα άλλο επίπεδο συμμετοχής του πολίτη, του λαού, στα πράγματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Γι’ αυτό επιμένουμε στην απλή αναλογική, μια απλή αναλογική όπου εκφράζονται οι πάντες. Όμως δε νομίζω ότι αυτήν την ώρα και σε ένα πονεμένο ζήτημα, όπως είναι αυτό το οποίο το σέρνει η χώρα τριάντα χρόνια, μετά την πτώση της Γιουγκοσλαβίας, αλλά μας έρχεται από πολύ παλιότερα, ότι είναι ώρα τώρα να πάμε σε δημοψήφισμα γι’ αυτό. Μπορεί να το διαχειριστεί η κυβέρνηση. Εκείνο το οποίο θεωρώ σημαντικό είναι θα πως πρέπει η Συμφωνία για το όνομα των Σκοπίων, για να έχουμε κι εμείς σταθερότητα στην επίλυση, να επικυρωθεί με αυξημένη πλειοψηφία από τη Βουλή των Ελλήνων.