newsletter
 
 
 
 
 














print

Συμμετοχή Υφυπουργού Εξωτερικών Μάρκου Μπόλαρη στην Ημερίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου για το Έτος Τουρισμού Ελλάδας-Ρωσίας

 Ο Υφυπουργός Εξωτερικών, Μάρκος Μπόλαρης, χαιρέτισε την έναρξη της Ημερίδας του Ελληνικού Κοινοβουλίου για το Έτος Τουρισμού Ελλάδας-Ρωσίας (2017-18), στην οποία συμμετείχαν κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι των δύο χωρών, καθώς και εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδας και της Διακοινοτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, του ελληνικού και ρωσικού Υπουργείου Τουρισμού και φορείς της περιφερειακής διοίκησης και ομάδες της κοινωνίας των πολιτών με δράση υπέρ του βιώσιμου τουρισμού.
 
Στον χαιρετισμό του, ο κ. Υφυπουργός ενθάρρυνε τις συνέργειες μεταξύ των Εκκλησιών και των Τουριστικών Οργανισμών Ελλάδας και Ρωσίας, οι οποίες προωθούν την γνωριμία των δύο λαών και ανέδειξε τις προσπάθειες της Εκκλησίας της Ελλάδας για την οργάνωση και προβολή του προσκυνηματικού τουρισμού στη χώρα μας, υπογραμμίζοντας το αποτύπωμα της Ορθοδοξίας στον ελληνικό πολιτισμό.

Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ - ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΛΑΡΗ

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε της Βουλής, εξοχότατε κύριε Πρέσβη της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη χώρα μας, Σεβασμιότατε Άγιε Δωδώνης, αξιότιμοι κύριοι Βουλευτές, προσκεκλημένοι, ευχαριστούμε κατ’ αρχάς από το Υπουργείο Εξωτερικών για την πρόσκληση να είμαστε παρόντες στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική και με προοπτικές αυτή ημερίδα που διοργανώνει η Βουλή των Ελλήνων.
 
Θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντική η ανάληψη πρωτοβουλίας συνεργιών ανάμεσα στις δύο χώρες, ανάμεσα στα δύο Κοινοβούλια, ανάμεσα στις Εκκλησίες, ανάμεσα στους ανθρώπους του τουρισμού, οι οποίοι φροντίζουν για την αλληλογνωριμία των λαών.
 
Καλωσορίζουμε τους ομόδοξους αδελφούς από τη Ρωσία, τους συναδέλφους Βουλευτές από τη Ρωσία, χαιρετίζουμε την παρουσία τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Είναι εξαιρετικά σημαντική, πράγματι, η πρωτοβουλία που έχει η Ελλαδική Εκκλησία από πολλών ετών για να οργανώσει ένα νομικό και σε πρακτικό επίπεδο θέμα το οποίο προβάλλεται σήμερα ως προσκυνηματικός, θρησκευτικός, εκκλησιαστικός τουρισμός.
 
Εύλογα, λοιπόν, αποδίδουμε τα εύσημα στην Ελλαδική Εκκλησία και στον Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Σεβασμιότατο Άγιο Δωδώνης, ο οποίος έχει τη μέριμνα και τις πρωτοβουλίες για τον τομέα αυτό.
Βέβαια, ο παρατηρητής αναρωτιέται, για να διευρύνουμε λίγο το θέμα, ποιο είναι το ιδιαίτερο βάρος που μπορεί να έχει ο εκκλησιαστικός, ο θρησκευτικός τουρισμός. Πρόκειται σαφώς για την ανάδειξη του βιώματος που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως αυτό το βίωμα αποτυπώνεται στα έργα τέχνης που έχουν δημιουργηθεί στους αιώνες που προηγήθηκαν.
 
Ο Αντρέ Μαλρώ, εξαίρετος λογοτέχνης και Υπουργός Πολιτισμού στην Κυβέρνηση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, διατείνεται ότι η τέχνη είναι κυρίως θρησκευτική και δεν είναι προορισμένη για τα μουσεία. Διαχειρίζεται μια ζώσα πραγματικότητα της ψυχικής έκφρασης ενός λαού και δίνει το κλειδί για το τελικό σημείο αναφοράς και αναγωγής της τέχνης τους, της ψυχής του. Εξάλλου, όλα τα μεγάλα έργα τέχνης, από τον Παρθενώνα μέχρι την Αγιά Σοφιά και από εκεί στους καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης, της Μόσχας, της Αγίας Πετρούπολης, είναι έργα που αποτυπώνουν τη θρησκευτικότητα, τη θρησκευτική πνοή ενός λαού.
 
Είναι σαφές ότι η τέχνη διαθέτει μεταφυσική θεμελίωση και δημιουργική μετουσίωση του ψυχικού κόσμου. Ήταν, λοιπόν, φυσικό και η Πολιτεία και η Εκκλησία στην Ελλάδα και στη Ρωσία να αναπτύσσουν συνέργειες για να γίνει γνωστό αυτό το εκκλησιαστικό βίωμα και οι εκφράσεις του, όπως αποτυπώνονται στην τέχνη, θεωρώντας ότι αυτό πράγματι είναι απόσταγμα της ιδιοπροσωπίας του κάθε λαού, ιδιαίτερα στην εκκλησιαστική τέχνη για τον ελληνικό και τον ρωσικό λαό. 
 
Διατυπώνεται –όχι μόνο από θεολόγους- ότι η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά είναι νοηματοδότηση του βίου, είναι ένας τρόπος να ζεις. Αυτός ο τρόπος να ζεις αποτυπώνεται με και στην τέχνη. Αυτή η αισθητική θεωρείται ως μία δεύτερη μείζονα πολιτιστική παρέμβαση του ελληνισμού στον χώρο της διεθνούς τέχνης μετά τον κλασικό ελληνισμό. Είναι η αποτύπωση που ξεκίνησε την περίοδο της περιώνυμης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των συνεχειών της μέχρι σήμερα. 
 
Είναι πολύ εύλογη η χρησιμοποίηση του όρου «Έκφρασις» που χρησιμοποίησαν στην Αυτοκρατορία. Αντί να πουν «Ο ναός του Θεού της Σοφίας» έλεγαν «Η Έκφρασις του ναού της του Θεού Σοφίας», ακριβής και οντολογημένη ορολογία που πια δεν χρειάζεται ανάλυση, επίτευγμα και αυτό της Ρωμιοσύνης, του χριστιανικού ελληνισμού μαζί με τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική και σειρά άλλων τεχνών που από την ελληνιστική καταγωγή της εδράστηκε στην έκφραση, στο βλέμμα, θεωρούμενο από σπουδαίους αναλυτές ισάξιο και ανώτερο της έκφρασης μέσω της αρχαίας γλυπτικής.
 
Η ανάδειξη τέτοιων επιτεύξεων και η γνωριμία τους με άλλους λαούς, ιδιαίτερα ομόδοξους, όπως ο ρωσικός λαός, είναι κυρίαρχο αντικείμενο του εκκλησιαστικού, του προσκυνηματικού τουρισμού, μαζί με πλειάδα στοιχείων. Η πνευματική αναζήτηση –και είναι κρίσιμο αυτό- οδήγησε εξαιρετικά προς την κατεύθυνση αυτή, γιατί είναι σαφές ότι το ορθόδοξο βίωμα της αγάπης και ο τρόπος έκφρασης του αναστάσιμου βιώματος της Εκκλησίας μέσα από τα υλικά έργα τέχνης, σηματοδοτούν τους δρόμους της πνευματικής αναζήτησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
 
Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό, μια και αναφερόμαστε στις σχέσεις της Ελλάδας και της Ρωσίας στον προσκυνηματικό τουρισμό, να μνημονεύσω δύο εξαιρετικές μορφές Ρώσων οι οποίοι έζησαν, βίωσαν και σημάδεψαν και τον τόπο και την εκκλησιαστική ιστορία με την παρουσία τους. Αναφέρομαι, βέβαια, στον Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έζησε στο Άγιο Όρος στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα και έχει ήδη ανακηρυχθεί άγιος από την Εκκλησία, εξαιρετικά σημαντική πνευματική μορφή και στον μαθητή του, τον λόγιο Σωφρόνιο Ζαχάρωφ ο οποίος ήλθε από το Παρίσι με εξαίρετες εγκύκλιες μορφές, καταξιωμένος ζωγράφος μαθητής του μεγάλου Καντίνσκι, για να μείνει είκοσι πέντε χρόνια στην έρημο του Αγίου Όρους δημιουργώντας μια καινούργια, ζωντανή πνευματική παρουσία, την οποία τη μεταλαμπάδευσε στη συνέχεια στην Αγγλία δημιουργώντας εκεί το γνωστό μοναστήρι του Έσσεξ στο Λονδίνο.
 
Κλείνω καλωσορίζοντας τη ρωσική αντιπροσωπεία και ευχαριστώντας ιδιαίτερα την ελλαδική Εκκλησία για την πρωτοβουλία που είχε όλα τα προηγούμενα χρόνια στην οργάνωση του εκκλησιαστικού θρησκευτικού προσκυνηματικού τουρισμού.